Η Αρκαδία είναι η «καρδιά της Ελλάδας», σύμφωνα με τον αρχαίο ιστορικό- γεωγράφο Στράβωνα. Σε αυτήν την «καρδιά» φυλάσσεται η πλουσιότερη σε φαντασία και συμβολισμούς ελληνική μυθολογία αλλά και ένα σημαντικό μέρος της αρχαίας ιστορίας της Ελλάδας. Σε αυτήν την τραχιά γη γράφτηκαν και οι λαμπρότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της πατρίδας μας.
Στα ιστορικά χρόνια άνθησαν στην Αρκαδία πόλεις-κράτη όπως η Τεγέα, η Μαντίνεια, ο Ορχομενός, η Γόρτυνα, η Ηραία, η Μεγάλη Πόλις, η Θυρέα και άλλες, οι οποίες διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στα ιστορικά γεγονότα της αρχαίας εποχής. Οι κάτοικοί τους, οι «εύρωστοι» και «αήττητοι» κατά τον Ηρόδοτο, αγωνίστηκαν σκληρά για την υπεράσπιση της χώρας από τους ομοεθνείς γείτονες και τους ξένους εισβολείς. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση που βυθίζει την Αρκαδία στην παρακμή και οι πόλεις της ερειπώνονται. Αργότερα στα βυζαντινά χρόνια μέσα από τα ερείπια των αρχαίων πόλεων ξεπηδούν νέοι αξιόλογοι οικισμοί, όπως το Νύκλι, η Βελιγοστή, το Μουχλί, το Λεοντάρι, η Καρύταινα, ο Οριόντας κ.ά. Μετά την πρώτη πτώση της Βασιλεύουσας, το 1204, οι Σταυροφόροι της Δύσης θα καταλάβουν την Πελοπόννησο και την Αρκαδία.
Το 1460 ο τόπος θα ακολουθήσει τη σκληρή μοίρα ολόκληρης της Ελλάδας και θα υποδουλωθεί στους Οθωμανούς. Όταν, όμως, σημάνει η ώρα του απελευθερωτικού αγώνα στα άγια χώματά της θα διεξαχθούν οι σημαντικότερες μάχες που χάρισαν στο έθνος τη λευτεριά του. Τριπολιτσά, Βαλτέτσι, Βέρβαινα, Δολιανά, Λεβίδι, Δημητσάνα, Καρύταινα, Μονή Καλτεζιών και Άστρος, είναι οι τόποι που γράφτηκαν οι πιο χρυσές σελίδες του Αρκαδικού Εικοσιένα. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), Γρηγόριος ο Ε΄, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Δημήτριος Πλαπούτας, Στάικος Σταΐκόπουλος, Μανώλης Δούνιας και Παναγιώτης Κεφάλας είναι αυτοί που με το αίμα τους έγραψαν εκείνες τις σελίδες της ιστορίας.
Η Αρκαδία εκτός από ένα πολυσήμαντο κατεβατό της ιστορίας είναι ακόμη και η χώρα της ανόθευτης φυσικής ομορφιάς και των ευτυχέστερων ανθρώπων. Είναι ο τόπος που επηρέασε, κατά τους περασμένους αιώνες, τα πιο φωτεινά πνεύματα της ευρωπαϊκής διανόησης, όπως τον Βιργίλιο, τον Νικολά Πουσσέν τον Ουγκώ, τον Γκαίτε κ.ά. Η πενία, όμως, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν «πάντοτε σύντροφος των Ελλήνων», πόσο μάλλον για τους Αρκάδες που ζούσαν σε τόπο ορεινό.
Γι’ αυτό οι κάτοικοί της με το δημιουργικό τους πνεύμα, εγκατέλειπαν τα πάτρια εδάφη και αναζητούσαν νέους ορίζοντες και καλύτερη μοίρα, από τα μυθικά χρόνια. Οι εύφορες περιοχές των παραλίων της Μεσογείου, οι ακτές του Εύξεινου Πόντου και η Κύπρος ήταν οι πρώτες περιοχές που μετανάστευσαν. Οι Αζάνες, απόγονοι του μυθικού βασιλιά Αζάνα, ίδρυσαν την Αζανία στη Μικρά Ασία, ενώ απόγονοι του Λυκάονα αποίκησαν την Λυκαονία, στα βάθη της Ανατολίας. Κατά τον Απολλόδωρο, γενάρχης των Μακεδόνων ήταν ο Μάκεδνος ή Μακεδών, ο αδελφός του Κλείτορα, του ιδρυτή της αρκαδικής πόλης Κλείτωρ. Τη Θράκη αναφέρεται πως την αποίκησε ο Πένθιλος, ενώ ο Δάρδανος που αποίκησε τη βόρεια Μακεδονία και την περιοχή των σημερινών Σκοπίων (Δαρδανία) μαζί με το γιο του Ίασο, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Οινωτρία ήταν η αρχαιότερη ονομασία της Ιταλίας, κατά τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα και την είχε λάβει από τον οικιστή της Οίνωκτρο, γιο του Λυκάονα.
Σε υστερότερα χρόνια, κατά το 13ο αιώνα π.Χ., ο Εύανδρος από το Παλλάντιο έφτασε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στον Παλατίνο Λόφο, όπου γύρω του αναπτύχθηκε η Ρώμη. Κάτοικοι επίσης της αρκαδικής Τραπεζούντας έφτασαν στα παράλια της Εύξεινου Πόντου και ίδρυσαν την Τραπεζούντα. Η αρχαία Τεγέα είχε καθοριστικό ρόλο στην αρκαδική μετανάστευση εκείνων των χρόνων. Επί βασιλείας του Άλεου, η κόρη του Αύγη μαζί με το νεογέννητο γιο της, τον Τήλεφο, έφτασαν και κατοίκησαν στην Μυσία της Μικράς Ασίας, ενώ ο βασιλιάς της Αγαπήνωρ, μετά την άλωση της Τροίας, έγινε ο οικιστής της Πάφου, στην Κύπρο. Σε νεότερα χρόνια, μετά τη δεύτερη οθωμανική κατάκτηση (1715), το εμπορικό δαιμόνιο των Αρκάδων οδήγησε πολλούς στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, την Αλεξάνδρεια, την Τεργέστη, τη Μασσαλία κ.α., όπου δημιούργησαν μεγάλους εμπορικούς οίκους. Λίγα χρόνια μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, θα αρχίσει η Οδύσσεια των πρώτων Αρκάδων μεταναστών, η οποία θα διαρκέσει περισσότερο από έναν αιώνα. Αυτή τη φορά όμως δεν στράφηκαν προς τις γειτονικές χώρες της Μεσογείου.
Οι μετανάστες του τέλους του 19ου και των αρχών και του 20ού αιώνα, πραγματοποίησαν το υπερατλαντικό ταξίδι, για τον άγνωστο και πολλά υποσχόμενο, τότε, Νέο Κόσμο ενώ εκείνοι που αποχωρίστηκαν την αρκαδική γη, μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, κατευθύνθηκαν προς την Αμερική, την Αυστραλία και τον Καναδά, και λιγότεροι προς την Αργεντινή, τη Γερμανία και τη Νότιο Αφρική. Αποτέλεσμα αυτής της μεταναστευτικής δραστηριότητάς τους ήταν, πως δεν έμεινε σχεδόν κανένα αρκαδικό σπίτι που να μην έχει έναν δικό του άνθρωπο στην ξενιτιά. Σήμερα στην Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά αλλά και σε αρκετές χώρες της Ευρώπης ζει και αναπτύσσεται μια άλλη Αρκαδία, όχι εκείνη που γεωγραφικά βρίσκεται στην Ελλάδα με την ειδυλλιακή ομορφιά και την ξεχωριστή ιστορία της, αλλά η Αρκαδία της ξενιτιάς που διαπρέπει σε κάθε τομέα της ζωής και είναι πολυπληθέστερη από τη μάνα Αρκαδία. Οι μετανάστες της, σε όποιον τόπο και αν εγκαταστάθηκαν στη θετή πατρίδα τους μετέτρεψαν τον καημό της ξενιτιάς σε θέληση επιτυχίας και λάμπρυναν τις καινούργιες πατρίδες τους με την πετυχημένη δημιουργική τους πορεία. Προσέφεραν όλοι την καταλυτική τους παρουσία στις ελληνικές κοινότητες, στις ορθόδοξες εκκλησίες, στα σχολεία τους και σε κάθε λογής ιδρύματα. Επίσης, δεν υπήρξαν επιλήσμονες του χρέους τους προς την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Όλοι προσέφεραν – ατομικά και συλλογικά- προς αυτή, ό,τι επέτρεπε στον καθένα η δυνατότητά του, οι συνθήκες που συνάντησε και η εξέλιξή του στον νέο τόπο της εγκατάστασής του.
Πέτρος Ι. Σαραντάκης
Συγγραφέας – Ερευνητής